ἰχθύς


ἰχθύς
ὁ ἰχθύς, ύος рыба (ср. у христиан IΧΘYΣ сокр. Ίησοῦς Χρίστος Θεοῦ Yίος Σωτήρ; рыба - символ Христа)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἰχθύς" в других словарях:

  • ἰχθῦς — ἰχθύς masc acc pl ἰχθύς masc nom pl ἰχθύς masc nom/voc pl ἰχθύς masc voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἰχθῦς — Ἰχθύς masc acc pl Ἰχθύς masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιχθύς — ο рыба. Изображение рыбы долгое время служило выразительной эмблемой для христиан древней Церкви. В символической иконографии означает Христа, см. ΙΧΘΥΣ …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ιχθύς — ο (AM ἰχθύς) 1. ψάρι, σπονδυλωτό υδρόβιο ζώο που αναπνέει με βράγχια 2. αστρον. (στον πληθ. ως κύριο όν.) οι Ιχθύες ονομασία τού τελευταίου κατά σειρά αστερισμού τού ζωδιακού κύκλου 3. παροιμ. α) «ἄφωνος ὡς ἰχθύς» και β) «ἰχθύος ἀφωνότερος»… …   Dictionary of Greek

  • Ἰχθύς — Ἰχθύ̱ς , Ἰχθύς masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἰχθύς — ἰχθύ̱ς , ἰχθύς masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ιχθύς — [ихтис] ουσ. а. рыба …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ιχθύς — ο ύος 1. ζώο σπονδυλωτό, υδρόβιο, που αναπνέει με βράγχια, ψάρι. 2. στον πληθ., Iχθύες αστερισμός του ζωδιακού κύκλου …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἰχθὺς εἰς Ἑλλήσποντον. — ἰχθὺς εἰς Ἑλλήσποντον. См. В море воды довольно …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ἰχθὺς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται. — ἰχθὺς ἐκ τῆς κεφαλῆς ὄζειν ἄρχεται. См. Рыба начинает портиться с головы …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Ιχθύς, Ιπτάμενος — (Αστρον.). Αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου, αφανής στην Ελλάδα. Βρίσκεται ανάμεσα στη Δοράδα, στην Τράπεζα, στον Χαμαιλέοντα, στην Τρόπιδα και στον Οκρίβαντα. Διεθνώς ονομάζεται Volans και συμβολίζεται Vol …   Dictionary of Greek